ζουλίζω, ζουλώ, ξεζουλίζω

0
17

συμπιέζω ή συνθλίβω κάτι μαλακό, εκθλίβω. Συνήθης φράση: Ηκατσες απάνω στσι ντομάτες και εζούλισες τσι μισές

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here