ζώρε (ς) (το) (ο)

0
8

δυσκολίες, βία, στεναχώριες. Συνήθεις φράσεις: Μα ηντά΄ναι δα το ζώρε σου να σπαλαθώσεις το ίσα κάτω και δε καθίζεις να φας μνιά μπουκιά; Ή: Ο ζώρες είναι να διαλεχτούνε οι πέτρες, μετά το φύτεμα είναι εύκολο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here