ζαράρι, ζαράρε (το)

0
43

άχτι, καημός, ζημιά, κακό που έγινε. Συνήθη φράση: Άλλο ζαράρε

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here