ζάρα (η)

0
58

πτυχή υφάσματος, τσαλάκωμα, ρυτίδα, σούφρα, αλλά και η καρακάξα, ένα νυχτόβιο πούλι που κράζει τη νύχτα. Συνήθεις φράσεις: Μα για ξάνοιξέ τονε, ζάρα δε κάνει η μούρη – ν του (ζαρωματιά). Ή: η μάνα η ζάρα και το κακό συναπάντημα. (Η ζάρα, το πουλί αυτό, τα παλιά χρόνια το θεωρούσαν κακό οιωνό, στο σπίτι εκείνου που θα περάσει το πουλί αυτό και θα σταματήσει εκεί κοντά να κράζει. Το πουλί αυτό πετούσε τη νύχτα και σταματούσε και έκραζε όπου υπήρχε φώς και επειδή τα παλιά χρόνια δεν υπήρχε ηλεκτρικό, παρά μονάχα λυχνάρια ή λάμπες πετρελαίου, συνήθως σταματούσε εκεί που έβλεπε όλη νύχτα να ξενυχτάνε. Ωστόσο δεν ξενυχτάγανε μονάχα στα γλέντια, αλλά και στον άρρωστο που περίμεναν να πεθάνει. Κάποια στιγμή όμως πέθαινε ο νεκρός και έκραζε και η ζάρα. Τότε βρήκαν να λένε πως… ”τώρα που κράζει η ζάρα βγαίνει γ ψυχή του αρρώστου”. Έτσι συνδέθηκε η ζάρα με τον κακό οιωνό, πως στο σπίτι που κράζει δείχνει ”κακό σημάδι” )

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here