ξοργιακίζω

0
17

εκδιώχνω, αναστατώνω την ηρεμία (κυρίως των πουλιών). Συνήθης φράση: Επέρασε το κοπέλι αγλακιχτό και εξοργιάκισέ μου τσι όρθες εκειά που τσιμπολούσανε το στάρι

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here