ξενικό (το)

0
8

το καλαμπόκι, άλλα και ένα ζώο ξένης ράτσας, εκλεκτής ποικιλίας ξενόφερτο ζώο. Συνήθεις φράσεις: Βράσε κιά δυό τρία ξενικά (καλαμπόκια) να τα φάμε. Ή: Ξενικό είναι το αρνί που αγόρασες; (ξένη ράτσα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here