ξενετέρνω, νετέρνω, ξετελέυω

0
16

τελειώνω, αποπερατώνω μια δουλειά ή υπόθεση, φέρνω εις πέρας. Συνήθεις φάσεις: Ευτυχώς που ήρθατε και μας -ε συντράμετε, αλλιώς δέν εξενετέρναμε. Ή: Εξετελέψανε τα ο Γιάννης με τη Μαρία (= ή ζήτησε σε γάμο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here