ξεμιστεύω, ξεμιστεύγω -μαι

0
69

λυτρώνω, σώζω, ελευθερώνω, απελευθερώνω, απαλλάσσομαι. Συνήθεις φράσει: Ο Θεός να μας -ε ξεμιστεύγει απο τη κακή ώρα. Ή: Απο τέθειο άθρωπο, ο Θεός να σε ξεμιστεύγει

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here