ξεματζουρωμένος, ξεμπιστολωμένος, ξεμπουρδακλωμένος, ξετζουτζουνισμένος, ξετζουτζουρωμένος, ξετζουρωμένος (ο)

0
39

το αρσενικό που είναι έτοιμο για ερωτική πράξη (αφορά κυρίως ζώα, τράγους κριούς γαϊδάρους κλπ)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here