ξεμαγαρίζω

0
10

ξεβρωμίζω, απαλλάσσομαι από την παρουσία κάποιου ή από κάτι διώχνοντας το. Συνήθης φράση: Ηβρεξε σήμερο και εξεμαγάρισε το χωργιό από τσι σκόνες και τσι βρωμιές. Ή: Επόβγαλά τηνε από το σπίτι και εξεμαγάρισα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here