ξελαμίζω, βράζω

0
13

δημιουργώ αναστάτωση, ανασκαλεύω, ανακαλύπτω κάτι δύσκολο, ασχολούμαι, με τον τρόπο μου κάνω κακό σε κάποιον. Συνήθεις φράσεις: Ιδέτε μωρέ μιά δουλειά που μου την εξαλάμισε εκιοσάς. Ή: Ήβρασέ μου τηνε για τα καλά ετουτοσάς. Ή: Μή ξελαμίσεις τση καρδιάς, πάλι καινούργιο πόνο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here