ξεκουρμουλώνω

0
14

ξεριζώνω κουρμούλες, βγάζω τον κορμό από τη γη, καταστρέφω ολοσχερώς, καταστρέφω σωματικά και οικονομικά μτφ. αφανίζω απ τη ζωή. Συνήθεις φράσεις : Εφύσηξε δυνατός αέρας, και εξεκουρμούλωσε τη μουρνιά. Ή: Εθέρισε ετοτεσάς η μεσκηνιά, και εξεκουρμούλωσε δυό οικογένειες. Ή: Ανε σε πχιάσω στα χέργια μου θα σε ξεκουρμουλώσω

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here