ξεκουνώ

0
42

μετακινώ λίγο, κυρίως βράχο καρφωμένο στη γη, για άνθρωπο = μετακινώ, φεύγω αμέσως, τρέχω γρηγορότερα. Συνήθεις φράσεις: Μα πόσο βαθιά είναι χωμένη ετηνέ η πέτρα και δέ μπορώ να τη ξεκουνήσω (μετακινήσω ελάχιστα). Ή: Ξεκούνιε μιαολιά τα πόδια σου, γιατί δε φτάνεις μουδ΄ αργα στο σπίτι ετσά που πάς (τρέχα γρηγορότερα). Ή: Ξεκούνιε απο τα που κάθεσαι να πάς να ποτίσεις τα πρόβατα (σήκω από κει που κάθεσαι κλπ)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here