ξεκλονισμένος -η -ο

0
9

αυτός που του έχουν κοπεί τα κλωνάρια, μτφ. Αυτός που έχει χάσει δικό του άνθρωπο και είναι αβοήθητος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here