ξαφλίζω, ξοφλίζω, ξοφλώ

0
7

εξαλείφω, εξολοθρεύω, καταστρέφω, χάνομαι. Συνήθης φράση: Ξοφληθήκανε μωρέ και οι λαμαρίδες από τη περιοχή μας, που ήτονε νόστιμο χόρτο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here