βούργια (η), βουργιάλι (το), βουργίδι (το)

0
33

κρητικό σακίδιο. (Απαραίτητο εργαλείο η βούργια για τον άνθρωπο της υπαίθρου διότι μέσα σε αυτήν μετέφερε το φαγητό του. Ή κρεμαστή στα σκαρβέλια του γαϊδάρου, είτε στη πλάτη του βοσκού μαζί με τη χαχαλόβεργα. Αν δεν είχε μαζί του το κουρούπι με το φαΐ, στη βούργια θα έβαζε ότι εποχιακό. Από τσιγαρίδες, έως ραπανάκια, από κοκαλιαρό ψωμί με ελιές και αθοτύρι, μέχρι αυγά βραστά, από ντομάτες μέχρι ρέγγες ή λουκάνικα. Τα πάντα έμπαιναν στη βούργια, κι αν δεν ήτανε τα πάντα, το μπουκαλάκι με το κρασί δύσκολα εξέλειπε)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here