βουλισμένος ή τσιλασμένος -η -ο

0
14

χτίριο όπου έχει πάθει καθίζηση, καταπλακωμένος. Ο βουλιαγμένος σε υγρό στοιχείο, βυθισμένος Μτφ. περασμένος, π.χ βουλισμένοι χρόνοι = περασμένα χρόνοι

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here