βοσκίζομαι

0
14

είμαι στη βοσκή, χορταίνω φαγητό, γεμίζει η κοιλιά μου φαΐ, (αρχ. ευοχέομαι ευοχούμαι= χορταίνω). Συνήθης φράση: Άντε πάρε τα οζά να πας να τα βοσκήσεις (να τα πας στη βοσκή). Ή: Μπα δε θα φάω άλλο, εβοσκήθηκα καλά (εχόρτασα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here