βολεύω, βολεύγω

0
20

ταχτοποιώ προσωρινά, διευκολύνω (τριτοπρόσωπο βολεύει = διευκολύνει, υπάρχει ο απαραίτητος χώρος και χρόνος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here