βάτσα (η)

0
20

η άπλυτη, αχτένιστη, ακάθαρτη, απεριποίητη. Επίσης αυτή πού έχει κοντά αυτιά (αφορά ζώα). Συνήθεις φράσεις: Άντε να πας να λουστείς και να χτενιστείς, να βάλεις και ένα θεοτικό φουστάνι, μονό σουλατσάρεις σα τη βάτσα. Ή: Άει να πάς ένα πγιάσμα σανό τσή αίγας τση βάτσας γιατί δε την ήφταξε εκειονά που τση πήγα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here