τζιμπροδεμένος -η -ο

0
7

δεμένος μαζί, μπερδεμένος, μπλεγμένος μαζί, δεμένος μαζί, (από το τζιμπραγός = δίδυμος). Συνήθης φραση: Αγλάκα να ξεμπερδέψεις τη γαϊδάρα γιατί είναι τζιμπροδεμένος ο πόδας τση με το σκοινί

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here