τζαγκρουνώ, τσαγκρουνώ -ιζω

0
1

ξεγδέρνω, γδέρνω -μαι από αιχμηρό αντικείμενο που έχει μυτερά άκρα. Καλά κοιμήθηκα στο χωράφι μα ήτονε κάτι πετραδάκια και μου τσαγκρουνούσανε τη πλάτη μου (μου καρφώνανε)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here