τσουράπι (το)

0
82

κάλτσα, κοντή μάλλινη κάλτσα χωρικού κυρίως χειροποίητη (πλυθ. τσουράπια)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here