τσούλι (το), τσούλα (η)

0
45

κουρελού, κουρέλι, παλιόρουχο για καθαρισμό. Μτφ. γυναίκα χωρίς ηθικές αρχές

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here