τσουδώ -ιζω

0
6

καίω μαλλιά ή φτερά, καψαλίζω. Συνήθεις φράσεις: Εκειά που τρέχαμε μου ακούμπησε η λαμπάδα του διπλανού και ετσούδισέ μου μια τούφα μαλλιά. Ή: Πιάσε εκειονέ το κοτόπουλο που μάδησα και άναψε ένα θύμο να το τσουδίσεις (καψαλίσεις)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here