τσιλιό, τσιρλιό, τσιρλί πιπί, τσιρί – πιπί, τσίλασμα, κόψιμο (το)

0
78

ευκοίλια, ακούσια διάρροια, υδαρή μορφή αφόδευσης λόγω στομαχικής διαταραχής. Συνήθης φράση: Έπιασε το αρνάκι μας τσιλιό, και γίνηκε ολιόχεστο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here