θεοτικός -η -ο

0
18

ο από το θεό προερχόμενος, ορθός, σωστός, κατάλληλος, καλοφτιαγμένος. Συνήθεις φράσεις: Ε καλά, ένας θεοτικός καφετζής δεν υπάρχει στο χωργιό σας να κάνει καλό καφέ; Ή: Έτονα το κατσουμάντερο δε μου φαίνεται πολλά θεοτικό

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here