συντρέμω, συνδρέμω, συντράμω, συνδράμω

0
37

βοηθώ κάποιον (αρχ. συν + δράμω= τρέχω μαζί με κάποιον)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here