στρουφίζω

0
1

στρίβω, στρέφω, στρίβω με τα δάχτυλα, στριφογυρίζω, στρίβω και αλλάζω τις ιδέες μου. Συνήθης φράση: Καί καθισμένος ο γέρο καπετάνιος στη καρέκλα, με το ‘να χέρι έπαιζε το κομπολόι, και με τ΄ άλλο εστρούφιζε τη μουστάκα ντου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here