στριφογυρίζομαι

0
1

κάνω πιο γρήγορα την εργασία μου, βιάζομαι, ενεργώ βιαστικά. Συνήθης φράση: Στρυφογυρίσου να πάς τσι ελιές στο εργοστάσιο, γιατι θα ντακάρει να βρέχει. Ή: Ευτυχώς που στριφογυριστήκαμε και τσι πομαζώξαμε γιατί εντάκαρε και βρέχει

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here