στομώνω, κόβγω

0
7

φράσσω, σταματάω τη πορεία νερού σε αγωγό ή αυλάκι, δεν έχω καλή κόψη. Συνήθεις φράσεις: Ήπεσε μιά πέτρα μέσα στη σωλήνα και εστόμωσε. Ή: Δυό αυλάκια επομείνανε να ‘ποποτίσωμε, μόνο πετάξου να στομώσεις το νερό από το καταπότι και ωστόσο θα ποτιστούνε κι αυτά. Ή: Εστόμωσε το μαχαίρι και ανεχαράσσει (= εχάλασε η κόψη του μαχαιριού και δεν κόβει)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here