στερεύγω

0
2

φυλάσσω, αλλά και παύω να ρέω. Συνήθεις φράσεις: Μα καλά δε θυμάσαι που το στέρεψες; Ή: Εστέρεψε η βρύση πάλι και δε τρέχει νερό

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here