πυτώ, πυτίζω

0
68

ραντίζω με υγρό που έχω στο στόμα μου, ψεκάζω με το στόμα. Συνήθης φράση: Άμε να φέρεις ένα ξερό θύμο (θυμάρι) και πύτιξέ το γύρου γύρου με ζαχαρόνερο, κρέμασέ το κάπου, κι αφού κάτσουνε απάνω ούλες οι μύγες, πχιάσε μετά ένα φάρδο (σακί) και χώσε τσι όπως είναι μέσα, μετά άδειασέ τσι στη φωθιά να καούνε τα φτερά ντως

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here