ψωθροκόμματο (το)

0
17

ένα κομμάτι ψωμί αντί φαγητού. Συνήθης φράση: Με το που φτάξαμε στο σπίτι, δεν επερίμενε το κοπέλι μηδε να μαγερέψω, μόνο αρπά ένα ψωθροκόμματο και εσπαλάθωσε το ίσα κάτω

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here