ψιψιρίζω

0
2

ψιθυρίζω σιγανά, αλλά και πολυξεσκαλίζω, πολυδιαλέγω, πολυκοιτάζω. Συνήθεις φράσει: Ηρθε σήμερο πεθερά μου στο σπίτι, και μόλις μπήκε μέσα την είδα και ψιψίριζε κάτι τί στ ‘αφθια του πατέρα μου. Ή: Αφήστε τα και ξά τως, μή τα ψιψιρίζετε και πολύ, μα δεν αξίζουνε το κόπο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here