πιάσμα, μπγιάσμα (το)

0
34

μικρή ποσότητα από οτιδήποτε, ένα μάτσο, μια φούχτα, μια μικρή αγκαλιά σανό χόρτα κλπ . Συνήθεις φράσεις: Φέρε από το περβόλι ένα πγιασμα άνηθο. Ή: Πετάξου να κόψεις ένα πιάσμα ξυνίδες να τσι πετάξεις των ορνηθώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here