παστουρώνω

0
1

παστώνω, βάζω πολύ ποσότητα, πασαλοίβω με πολύ υλικό. Συνήθης φράση: Επαστούρωσες το φαΐ με ένα σωρό αλάτσα, και δα δε τρώγεται

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here