πασπαλίζω

0
1

πιάνω με τη φούχτα μου και ρίχνω, (κυρίως αλάτι, ζάχαρη, τυρί τριμμένο κλπ) Συνήθεις φράσεις: Στο τσιγκέλι κρέμεται ένα κομμάτι κρέας και πασπάλισέ το με αλάτσι να μή πάει η μύγια. Ή: Πχιασε το πχιατο με το τριμένο τυρί και πασπαλισε το στα πιάτα με τα μακαρόνια.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here