παρτήρω, παρτίρω, παρταίρνω

0
1

βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι, υποφέρω, έχω υποστεί πολλά δεινά, έχω τραβήξει του Χριστού τα πάθη. Συνήθης φράση: Ένας θεός κατέχει ήντα επάρτηρα μοναχή μου να μεγαλώσω πέντε κοπέλια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here