ομπριά, ομπρουλιά (η)

0
46

μικρή απότομη βροχή. (αρχ. ομπρά, όμβρος). Συνήθης φράση: Σάλευγε γερά γερά γιατί γιάε, έρχεται η ομπριά!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here