νύμα, νυματερό (το)

0
10

μεταλλικό καρφί, ή μυτερό ξύλο που μπορεί να καρφώσει. Συνήθης φράση: Πιάσε κιονέ το νύμα να νυματάς το γάιδαρο στη καπούλα να τρέχει γερά γερά

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here