νυχτιπάρωρο (το)

0
9

αγρυπνία, ολονύχτια διασκέδαση. Συνήθης φράση: Νυχτιπάρωρο εδιαλύσανε η παρέα από το σπίτι και γείρανε αθό ντα χωργιά τως

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here