ντορβάς, δορβάς, δρουβάς (ο)

0
12

ταγάρι, ταίστρα μεγάλων ζώων. ( Μέσα στον ντορβά έβαζαν κριθάρι, ταγή, η ρόβι που ήταν δυνατή τροφή ιδιαίτερα για τα γελάδια που όργωναν. Την τροφή αυτή την κρέμαγαν στο λαιμό του ζώου, όπου την έτρωγε σιγά σιγά. Αν δεν έτρωγαν αυτές τις ενισχυμένες τροφές τα ζώα, με το σκέτο άχυρο δεν μπορούσαν να αποδώσουν την επ’αύριο στο όργωμα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here