ντιβάνω, αντιβάνω

0
5

μεταπείθω, βάζω λόγια, κάνω κάποιον να αλλάξει γνώμη. Συνήθης φράση: Εγώ είχα κανονισμένη τη δουλειά, μα πήγε η λεγάμενη και αντίβαλε το προξενιό

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here