ντέμπλα (η)

0
13

ένα μακρύ ξύλο ή κοντάρι, ευθύ και ανθεκτικό για ράβδισμα, ενίοτε και ένα μακρύ καλάμι. Ειρωνικά η μακρύφυλλη γυναίκα. (Την μακρυά αυτή ντέμπλα, την είχαν για να ρίχνουν τις ελιές, τα χαρούπια, τα καρύδια κλπ. Διάλεγαν σκληρό άγριο ξύλο, γιατί το καλάμι έσπαγε εύκολα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here