ντανιά, νταρντανιά, ντανές (η)

0
110

απότομο δυνατό τράβηγμα, τέντωμα κυρίως σχοινιού ή σπάγκου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here