νταλώνω -μαι

0
20

θαμπώνομαι, τυφλώνω -μαι από λάμψη ή από πολύ φως, ή από αντικατοπτρισμό. Επίσης και με το καθρεφτάκι όταν στέλνουμε φώς στα μάτια του άλλου, πάλι τον νταλώνουμε. Συνήθεις φράσεις: Κλείσε το παραθύρι γιατί με νταλώνει ο ήλιος. Ή: Επέρασες και με ντάλωσε η γ- ομορφχιά σου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here