νταγιαντώ -ίζω

0
6

αντέχω, αντιστέκομαι, υπομένω, υποφέρω, ανέχομαι. Συνήθης φράσεις: Δε νταγιαντώ τσι πόνους μου μπλιό. Ή: Εγίνηκες ετόσονα κακόψυχη, που μπλιό δέ σε νταγιαντίζω

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here