μυρμιδίζω, μερμιδίζω

0
62

νοιώθω στο δέρμα μου σαν πολλές μικρές σουβλιές, νοιώθω μούδιασμα μαζί και τσιμπήματα, περπάτημα πολλών εντόμων. Συνήθεις φράσεις: Από ντα σηκώθηκα από τη καρέκλα μυρμιδίζει ο δεξής μου πόδας. Ή: Ανεμαζωχτήκανε οι μελιτάκοι και μυρμιδίζουνε στην αυλή μας (περπατάνε μιλιούνια)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here