μουρνιά (η)

0
32

μουριά, αλλά και κακοήθης όγκος, μεγάλο σπυρί ζώων, κυρίως στην άκρη του πέους των όνων

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here